
ΒΙΒΛΙΟΑΜΦΙΑΣΤΗΣ - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
ΠΡΑΚΤΙΚΑ Ϛʹ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
(ΔΡΑΜΑ, 21-27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2003)
COMITÉ ΙNTERNATIONAL DE PALÉOGRAPHIE GRECQUE
Βασίλης Άτσαλος
.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στα Πρακτικά των Συμποσίων της Ελληνικής Παλαιογραφίας (Α΄ Συμπόσιο Παρίσι 1974, Β΄ Βερολίνο και Wolfenbüttel 1983, Γ΄ Erice 1988, Δ΄ Οξφόρδη 1993 –δυστυχώς χωρίς Πρακτικά– Ε΄ Cremona 1998, Ϛʹ Δράμα 2003) έχει καταγραφεί και αποθησαυρισθεί το μεγαλύτερο μέρος από την παραγωγή που έχει συντελεστεί τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια στο χώρο της Ελληνικής Παλαιογραφίας και της Ελληνικής Κωδικολογίας. Ειδικότερα στους προλόγους και τα συμπεράσματα –μονοδιάστατα στην αρχή, πιο σύνθετα στη συνέχεια– παρακολουθεί κανείς την πρόοδο στην έρευνα των επιστημών αυτών, το στίγμα στο οποίο βρίσκονταν αυτές στα διάφορα χρονικά στάδια, καθώς και τη διαδρομή που ακολουθούν σήμερα.
Ένα συνοπτικό αλλά συνθετικό διάγραμμα της πορείας των επιστημών αυτών, όπως προκύπτει μέσα από τις θεματικές, τα κείμενα των εισηγήσεων και των ανακοινώσεων και τα συμπεράσματα των Συμποσίων, έχει συντάξει ο συνάδελφος Giancarlo Prato, ο οργανωτής του Ε΄ Συμποσίου, στην εισαγωγή του στα Πρακτικά του Συμποσίου της Κρεμόνας, γεγονός που με απαλλάσσει από το να επανέλθω διεξοδικά στο θέμα. Θα περιοριστώ στην παρουσίαση των κυρίων σημείων, κυρίως χάριν των νεωτέρων αναγνωστών.
Ύστερα από την αμφισβήτηση, στην οποία οδηγηθήκαμε από τις εργασίες του Γ΄ Συμποσίου (Erice 1988), για το οποίο ο Jean Irigoin στα συμπεράσματά του είχε πει ότι κινδύνευε να αποβεί «Συμπόσιο της αβεβαιότητας», (“le colloque” d’ Erice paraissait devenir le colloque de l’incertitude) –κάτι που πιστεύει ο Prato ότι ισχύει γενικότερα για την Ελληνική Παλαιογραφία, την οποία χαρακτηρίζει ως “scienza dell’ incertezza”– φτάσαμε στον σκεπτικισμό του Ε΄ (Cremona 1998), ο οποίος αποτυπώνεται στον ευρηματικό τίτλο που επέλεξε ο συνάδελφος Prato για τα Πρακτικά: “I manosctitti greci tra riflessione e dibattito”. Διαπιστώνεται, πάντα από τον συνάδελφο Prato, ότι από το Α΄ Συμπόσιο (Παρίσι 1974) ως το Ε΄ (Cremona 1998) έγιναν βήματα προόδου και τώρα γνωρίζουμε περισσότερα σε επιμέρους τομείς και θέματα· όμως τα βασικά προβλήματα, τα οποία είχαν τεθεί πριν είκοσι πέντε χρόνια στο Συμπόσιο του Παρισιού, για τον τοπικό και χρονικό προσδιορισμό της γραφής ενός χειρογράφου μένουν ακόμη ανοικτά και ότι ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε, για να δυνηθούμε να απαντήσουμε σ’ αυτά με βεβαιότητα, είναι ακόμη μακρύς.
Μερικά λοιπόν θετικά βήματα στο μακρύ δρόμο, τον οποίο έχουμε να διανύσουμε, νομίζω πως πραγματοποιήθηκαν στο Ϛʹ Συμπόσιο. Ως οργανωτής του Συμποσίου, που είχα την ευθύνη της τελικής διαμόρφωσης του προγράμματος, θα ήθελα σύντομα να επισημάνω κάποια σημεία, παραπέμποντας στην συστηματική, συνθετική, αλλά και κριτική παρουσίαση των θεμάτων, τα οποία αναπτύχθηκαν στο Συμπόσιο της Δράμας, όπως αυτά συνοψίζονται στα Συμπεράσματα του συναδέλφου Philippe Hoffmann, τα οποία δημοσιεύονται στο τέλος των Πρακτικών.
Στο Ϛʹ, λοιπόν, Συμπόσιο, αποτολμήθηκαν δύο διευρύνσεις: μία θεματική και μία χρονική. Παρόμοιες διευρύνσεις είχαν βέβαια παρατηρηθεί και σε προηγούμενα Συμπόσια –από το δεύτερο και εφεξής προοδευτικά όλο και περισσότερες– όμως όχι στο βαθμό στον οποίο συντελέστηκαν αυτές στο Ϛʹ Συμπόσιο.
Η θεματική διεύρυνση συνίσταται στο ότι στο πρόγραμμα περιελήφθησαν εισηγήσεις και ανακοινώσεις όχι μόνο από το χώρο της Ελληνικής Παλαιογραφίας και Ελληνικής Κωδικολογίας, αλλά και γειτονικών ή συγγενικών επιστημών, όπως της Παπυρολογίας, της Κριτικής των Κειμένων, της Επιγραφικής, της Διπλωματικής, της Μουσικολογίας, της Φιλολογίας.
Η χρονική στο ότι, καθώς το Συμπόσιο αυτό πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, στο πρόγραμμα δόθηκε εκτενής θέση στα χειρόγραφα της Μεταβυζαντινής Εποχής, αφού στους χώρους της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για λόγους που έχουν επισημανθεί από πολλούς ομιλητές, και μετά την ανακάλυψη και τη διάδοση της τυπογραφίας συνεχίστηκαν να παράγονται χειρόγραφα επί πολλούς αιώνες και σε μεγάλο αριθμό.
Βέβαια, τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, η θεματική ποικιλία και η χρονική διεύρυνση, σε συνάρτηση και με κάποιους περιορισμούς του καταστατικού της Comité, δημιούργησαν σοβαρές δυσκολίες στην οργάνωση του Συμποσίου, τη σύνταξη του προγράμματος και τώρα την αναδιάρθρωση των κειμένων και την κατάταξη αυτών στα Πρακτικά. Τα θετικά ωστόσο των διευρύνσεων αυτών είναι, νομίζω, περισσότερα: μας επέτρεψαν να προσανατολιστούμε σε θέματα και τομείς λιγότερο μελετημένους και σ’ αυτούς ευρύναμε σημαντικά τις γνώσεις μας. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των πρακτικών του Ϛʹ Συμποσίου, διαπιστώνουμε ότι στη μελέτη και την έρευνα της Παλαιογραφίας και Κωδικολογίας εφαρμόζονται πια νέες τεχνολογίες· αυτό φάνηκε από την ευρεία χρήση της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών στις παρουσιάσεις πολλών εισηγήσεων και ανακοινώσεων και ειδικότερα από την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην έρευνα των παλιμψήστων. Επίσης διαπιστώνουμε ότι τώρα γνωρίζουμε περισσότερα για τα χειρόγραφα του 14ου αιώνα, ιδίως γι’ αυτά που προέρχονται από την Κωνσταντινούπολη, για τις σταχώσεις των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χειρογράφων –ερευνητικό πεδίο, στο οποίο πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά– για τα μουσικά χειρόγραφα, για τα μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Παράλληλα βλέπουμε να ανοίγονται νέοι ορίζοντες και νέα πεδία έρευνας τόσο στους νέους ερευνητές, των οποίων η ενεργητική συμμετοχή με αξιόλογες ανακοινώσεις και άλλες παρεμβάσεις εγγυώνται τη συνέχεια στην έρευνα της Ελληνικής Παλαιογραφίας και Ελληνικής Κωδικολογίας, όσο και στον καταρτισμό του προγράμματος του νέου μας Συμποσίου.
Η πενταετία που μεσολάβησε ανάμεσα στο Ε΄ και Ϛʹ Συμπόσιο, όπως σημειώνει και ο τότε πρόεδρος Mrg Paul Canart στην εναρκτήρια ομιλία του, σημαδεύτηκε δυστυχώς από το θάνατο πέντε μελών της Comité International de Paléographie Grecque: της Enrica Follieri, του Herbert Hunger, του Νίκου Οικονομίδη, του Μανούσου Μανούσακα και της Lidia Perria. Εδώ, ως οργανωτής του Ϛʹ Συμποσίου, επιθυμώ να αποδώσω με τη σειρά μου την οφειλόμενη τιμή στους εκλεκτούς συναδέλφους με κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες.
Αν η όποια συνοπτική παρουσίαση της ζωής και του έργου ενός επιφανούς ανδρός είναι καταδικασμένη να υπολείπεται της πραγματικότητας, το εγχείρημα αυτό γίνεται ακόμη πιο παρακινδυνευμένο, όταν πρόκειται για επιστήμονες του εύρους και του κύρους των προαναφερθέντων. Περιορίζομαι λοιπόν σε μια απλή απαρίθμηση των τίτλων, των ιδιοτήτων και των δραστηριοτήτων τους.
Ο Herbert Hunger (1914-2000) γεννήθηκε την 9η Δεκεμβρίου του 1914 στη Βιέννη και απεβίωσε την 9η Ιουλίου του 2000 στην ίδια πόλη. Ήταν κλασικός φιλόλογος, βυζαντινολόγος, με την πιο πλατιά έννοια του όρου, παλαιογράφος, καταλογογράφος, κριτικός κειμένων, εκδότης κειμένων, λεξικογράφος. Διετέλεσε Διευθυντής της Συλλογής Παπύρων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας (1956-1962), καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης (1962-1985), Πρόεδρος της Ακαδημίας των Επιστημών της Αυστρίας (1973-1982), Ιδρυτής της Σχολής Βυζαντινών Σπουδών της Βιέννης, Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών. Τα έργα του είναι πολυάριθμα και καλύπτουν όλο το φάσμα των σπουδών και των ερευνητικών δραστηριοτήτων του. Π.χ.: Realistischen Charakterdarstellung in den Spätwerken des Euripides (Διδακτορική διατριβή, 1936), Lexicon der griechischen und römischen Mythologie (πρώτη έκδοση 1953), Die hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner, (Μόναχο 1978), έργο μνημειώδες, που τώρα το έχουμε στη διάθεσή μας και σε ελληνική μετάφραση, κ.ά. Υπάρχουν βέβαια και τα μεγάλα συλλογικά έργα, άλλα σε συνεργασία με τους στενούς συνεργάτες του και άλλα απλώς με τη δική του εποπτεία. Π.χ.: Byzantina Vindobonensia, Tabula Imperii Byzantinii, Repertorium der griechischen Kopisten von 800 bis 1600, Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit, Corpus Scriptorum de re musica, Corpus Fontium Historiae Byzantinae. Από το χώρο της Ελληνικής Παλαιογραφίας και της Ελληνικής Κωδικολογίας που ειδικότερα μας αφορούν θα μνημονεύσω το “Antikes und mittelalterliches Buch-und Schriftwesen” (στο Geschichte der Textüberlieferung der antiken und mittelalterlichen Literatur), το χρηστικό βοήθημά του Schreiben und Lesen in Byzanz –που και αυτό τώρα το έχουμε σε ελληνική μετάφραση– τις εργασίες του για ευδιάκριτα είδη της ελληνικής μικρογράμματης και μεγαλογράμματης γραφής (Perlschrift, Fettaugen-Mode, Metochitesstil, Minuskel und Auszeichnungsschriften, Die Epigraphische Auszeichnungmajuskel), τους καταλόγους των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας, έξι τόμους (1961-94) συνταγμένους σύμφωνα με δικό του μοντέλο. Τέλος θα ήθελα να θυμίσω ότι, όπως αναγράφεται και στο πρόγραμμα του Ϛʹ Συμποσίου, με απόφαση της Comité, οι δύο πρώτες συνεδρίες υπό ενιαίο τίτλο, που ανακαλεί τον τίτλο του βιβλίου του Schreiben und Lesen in Byzanz, ήταν αφιερωμένες στη μνήμη του.
Ο Νίκος Οικονομίδης (1934-2000) πέθανε στις 31 Μαΐου του 2000 από οξύ πνευμονικό οίδημα σε ηλικία 66 ετών. Υπήρξε εξέχων βυζαντινολόγος που ασχολήθηκε με πολλούς κλάδους και τομείς των βυζαντινών σπουδών: ειδικότερα τη Βυζαντινή Ιστορία (κυρίως ιστορία, πολιτισμό, οικονομία, εμπόριο), τη Βυζαντινή Σφραγιδογραφία, τη Βυζαντινή Διπλωματική. Στον τελευταίο τομέα σημαντική υπήρξε η προσφορά του στη μελέτη και έκδοση των εγγράφων του Αγίου Όρους στην ομώνυμη σειρά. Δίδαξε ως καθηγητής Βυζαντινή Ιστορία στην αρχή στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Καθώς όμως ο Νίκος Οικονομίδης δεν ήταν μόνο καλός ερευνητής, αλλά και άνθρωπος της δράσεως και της πράξης, εκτός από την ιδιότητα του καθηγητή ήταν επιφορτισμένος και με πολλά άλλα αξιώματα και υποχρεώσεις είτε ως πρόεδρος είτε ως διευθυντής σε διάφορους Οργανισμούς και Ιδρύματα.
Ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Μανούσος Μανούσακας (1914-2003) γεννήθηκε το 1914 στο Ρέθυμνο και απεβίωσε, πλήρης ημερών, σε ηλικία 89 ετών, στις 17 Ιουλίου του 2003 στην Αθήνα. Στο χρονικό διάστημα που ήταν εκλεγμένος καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διηύθυνε, για πολλά χρόνια, ως απεσπασμένος, το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, όπου επετέλεσε σημαντικό έργο. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Πανεπιστημίου της Κρήτης, το οποίο και κατηύθυνε στα πρώτα καθοριστικά βήματά του. Ασχολήθηκε με τη μελέτη της Ιστορίας και της Φιλολογίας του Μεσαιωνικού και του Κλασικού Ελληνισμού. Από τα δημοσιεύματά του που ιδιαίτερα αναφέρονται στο χώρο μας θα ξεχωρίζαμε τον τόμο που περιέχει τους συμπληρωματικούς κατάλογους των χειρογράφων του Aγίου Όρους, καρπό συνεργασίας με τον αείμνηστο Λίνο Πολίτη.
Η Lidia Perria (1950-2003) ήταν ένα από τα δύο νεότερα μέλη της Comité, τα οποία εξελέγησαν τον Σεπτέμβρη του 2003, κατά τη διάρκεια των εργασιών του @΄ Συμποσίου στη Δράμα. Δυστυχώς σε διάστημα λιγότερο από τρεις μήνες εμβρόντητοι πληροφορηθήκαμε τον αδόκητο θάνατό της, που επήλθε την 13η Δεκεμβρίου του 2003. Ύστερα από λαμπρές σπουδές κοντά σε επιφανείς Ιταλούς παλαιογράφους, ιδιαίτερα κοντά στην Enrica Follieri, και την απόκτηση του διδακτορικού της διπλώματος (1972), αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην έρευνα και τη διδασκαλία της Ελληνικής Παλαιογραφίας και Κωδικολογίας. Τις δίδαξε από διάφορες θέσεις και βαθμίδες σε Σχολές της Ρώμης και της Μεσσήνης. Το ενδιαφέρον της, ερευνητικό και συγγραφικό, επικεντρώθηκε στη μελέτη της ελληνικής μικρογράμματης γραφής, κατά κύριο λόγο της πρώτης περιόδου, της λεγομένης «αρχαίας» μικρογράμματης γραφής. Σ’ αυτήν, όπως είναι φυσικό, αναφέρονται και τα περισσότερα δημοσιεύματά της. Αξιόλογη ωστόσο υπήρξε η προσφορά της και σε άλλους τομείς, όπως οι εργασίες της για τη «γραφή των βιβλίων» του 11ου και 12ου αιώνα, για τα Κατωιταλικά χειρόγραφα, καθώς και γι’ αυτά της περιοχής της Συρίας και της Παλαιστίνης, για τα οποία πρόσφατα είχαν ξεκινήσει ένα ερευνητικό πρόγραμμα μαζί με τον A. Luzzi. Αξιοσημείωτη ακόμη είναι η συνεργασία της με τον A. Jacobini για τη μελέτη των βυζαντινών διακοσμημένων χειρογράφων.
Δίπλα στα πέντε αυτά μέλη της Comité θα επιθυμούσα να μνημονεύσω έναν ακόμη αξιόλογο επιστήμονα, τον Γεώργιο Γαλάβαρη, ο οποίος, αν και δεν ήταν μέλος της Comité, νομίζω πως δικαιούται ιδιαίτερης μνείας λόγω της σοβαρής ενασχόλησής του, μεταξύ άλλων, και με τη διακόσμηση των ελληνικών χειρογράφων.
Γεώργιος Γαλάβαρης (1926-2003). Γεννήθηκε το 1926 στον Πειραιά και πέθανε στις 3 Απριλίου 2003, σε ηλικία 77 ετών, στο Χαλάνδρι της Αθήνας. Υπήρξε πολυσχιδής και προικισμένη προσωπικότητα, με πολλαπλά ενδιαφέροντα στο χώρο της Τέχνης και της Λογοτεχνίας. Ύστερα από πολλές και ποικίλες σπουδές στην Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική, δίδαξε για τριάντα ολόκληρα χρόνια (1965-1995) ως τακτικός καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο McGill του Καναδά, όπου το 1975 διακρίθηκε ως ένας από τους καλύτερους 23 πανεπιστημιακούς δασκάλους στον Καναδά. Με πρωτοβουλία του, εισήχθη για πρώτη φορά σε Καναδικό Πανεπιστήμιο η συστηματική διδασκαλία της Βυζαντινής τέχνης σε όλες τις φάσεις της. Διετέλεσε επισκέπτης εταίρος του Πανεπιστημίου του Princeton και εξελέγη μέλος της Βασιλικής Εταιρείας του Καναδά καθώς και της Μεσαιωνικής Αμερικανικής Εταιρείας. Ακόμη ήταν πρόεδρος της Xριστιανικής Aρχαιολογικής Eταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος της Aκαδημίας Aθηνών, μέλος της Royal Canadian Academy of Arts και μέλος της Association Culturelle Canada-Suisse.
Οι επιστημονικές έρευνες του Γεωργίου Γαλάβαρη έχουν κατεξοχήν ως αντικείμενο φορητές εικόνες και εικονογραφημένα χειρόγραφα, πεδίο στο οποίο έτυχε διεθνούς διακρίσεως.
Πριν κλείσω τον σύντομο πρόλογό μου, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσοι με βοήθησαν ή απλά συμπαραστάθηκαν στη διοργάνωση του Συμποσίου. Ιδιαίτερα:
Τον τότε πρόεδρο της Comité International de Paléographie Grecque Mgr. Paul Canart για τη συνεχή επικοινωνία, ιδιαίτερα κατά τα δύο τελευταία έτη πριν την πραγματοποίηση του Συμποσίου, και την πολύτιμη βοήθειά του.
Τον αγαπητό μου δάσκαλο Jean Irigoin, που ήταν ο σταθερότερος σύμβουλος και συμπαραστάτης μου· κάθε φορά που τον χρειάστηκα, ήταν πάντα εκεί, παρών, πρόθυμος και αποτελεσματικός.
Τον συνάδελφο και φίλο Erich Lamberz, με τον οποίο, πέρα από τις συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες, είχαμε και πολλές συναντήσεις «διά ζώσης», κατά τις οποίες ανταλλάσσαμε απόψεις για διάφορα προβλήματα που προέκυπταν.
Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής, τους αγαπητούς φίλους και συναδέλφους, Γεώργιο Βελένη, Βασίλη Κατσαρό και Παναγιώτη Σωτηρούδη, με τους οποίους σε πολλές συναντήσεις, που φιλοξενήθηκαν στο γραφείο του κυρίου Βελένη, συζητήσαμε όλα τα προβλήματα, τα οποία είχαν σχέση τόσο με τη διοργάνωση του κυρίως Συμποσίου όσο και με αυτήν των παραλλήλων εκδηλώσεων.
Τον τότε Δήμαρχο Δράμας Μαργαρίτη Τζίμα και στο πρόσωπο αυτού όλα τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου για τη γενναία απόφασή τους να χρηματοδοτήσουν την οργάνωση του Συμποσίου.
Ο Δήμος Δράμας, παρά το γενικό κλίμα οικονομικής ύφεσης και ανεργίας, δε διστάζει να επενδύει στον Πολιτισμό! Και αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Το μαρτυρούν οι τέσσερις επιστημονικές Συναντήσεις για την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Δράμας, το Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους και πολλές άλλες δραστηριότητες, που εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος να απαριθμήσουμε.
Ακόμη επιθυμώ να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον φίλο Κώστα Τριανταφυλλίδη, διευθυντή της ΔΕΚΠΟΤΑ, καθώς και σε όλο το προσωπικό της Γραμματείας της, αυτούς που επωμίστηκαν το βαρύ και άχαρο έργο της υλοποίησης της διοργάνωσης.
Ιδιαίτερα οφείλω να εξάρω την προσφορά της δεσποινίδας Ραχήλ Μοχωρίδου, η οποία εργάστηκε για την πραγματοποίηση του Συμποσίου με αυταπάρνηση και αφοσίωση που ξεπερνούν κατά πολύ κάθε δημοσιοϋπαλληλική ευσυνειδησία.
Τέλος με ιδιαίτερη προσωπική συγκίνηση ευχαριστώ τους αγαπητούς μου Μπάμπη Λέγγα και Νίκη Τσιρώνη για τη μακρά και άψογη συνεργασία μας. Πριν από το Συμπόσιο επωμίστηκαν την ευθύνη και την επιμέλεια να οργανώσουν και να στήσουν την έκθεση με θέμα Μορφές του αρχαίου και βυζαντινού βιβλίου. Βυζαντινή και μεταβυζαντινή βιβλιοδεσία που πλαισίωσε ως παράλληλη εκδήλωση με μεγάλη επιτυχία το Συμπόσιο. Μετά το Συμπόσιο προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στην έκδοση των Πρακτικών, έργο δύσκολο, επίπονο και άχαρο με όλα τα γνωστά επαχθή που συνεπάγεται η εργασία αυτή, η οποία βαθμιαία έγινε συν-εργασία, με όλα όσα υπονοεί η λέξη.
Η έκδοση καθυστέρησε –και το σημειώνω με μεγάλη θλίψη και ανείπωτη πικρία–, λόγω έλλειψης οικονομικής αρωγής από τους καθ' ύλην αρμόδιους φορείς, εκτός από μία μικρή οικονομική ενίσχυση το 2005 από την τότε Πρόεδρο της Βουλής, κυρία Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη. Πρόσφατα, το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης και η ΔΕΚΠΟΤΑ του Δήμου Δράμας στήριξαν την έκδοση με την οικονομική τους αρωγή. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι η έκδοση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί, αν ο Μπάμπης Λέγγας, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Βιβλιοδεσίας, δεν είχε λάβει τη γενναία απόφαση να επωμισθεί η Εταιρεία και ο ίδιος προσωπικά σχεδόν εξ ολοκλήρου την οικονομική επιβάρυνση της έκδοσης των Πρακτικών, ένα οικονομικό άχθος δυσανάλογο προς τις δυνατότητες ενός μη κερδοσκοπικού σωματείου και ενός μικρού εκδοτικού οίκου που ασχολείται κυρίως με εκδόσεις τέχνης. Τον ευχαριστώ θερμότατα και προσωπικά αλλά και εκ μέρους της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.